Η τσουκνίδα χρόνια που έχουν δεκάδες θεραπευτικές ιδιότητες, έχει καταγραφεί για την παραδοσιακή χρήση της στην αντιμετώπιση του βήχα, της φυματίωσης, της αρθρίτιδας και για τη διέγερση ανάπτυξης μαλλιών.

Οι θεραπευτικές ιδιότητες της τσουκνίδας οφείλονται στην υψηλή περιεκτικότητά της σε βιταμίνες Α, Β, και C, σίδηρο, ασβέστιο, κάλιο, νάτριο και συνοψίζονται στις παρακάτω:
1. Αντιμετώπιση της σιδηροπενικής αναιμίας χάρη στην υψηλή περιεκτικότητας της σε βιταμίνη C, η οποία αυξάνει την απορρόφηση σιδήρου από τον οργανισμό.
2. Χρήσιμο στην κυστίτιδα, στην πέτρα στη χολή και στη νεφρίτιδα, χάρη στο ότι το αφέψημά της τσουκνίδας διαλύει το ουρικό οξύ.
3. Ως αφέψημα βελτιώνει τις αιμορραγίες, ρινορραγίες, αιμοπτύσεις, μητρορραγίες και την αιματουρία, μιας και περιέχει υψηλές ποσότητες ασβεστίου, νατρίου, κάλιο και σιδήρου.
4. Ο φρέσκος χυμός ή το έγχυμα της τσουκνίδας όταν καταναλώνεται από τις θηλάζουσες αυξάνει το γάλα.
5. Ανακουφίζει από τους πόνους των αρθριτικών, την ισχιαλγία και προλαμβάνει τους ρευματισμούς.
6. Καταπολέμηση της τριχόπτωσης και της πιτυρίδας.

Ενισχύει και τονώνει όλο το σώμα και αποτελεί από τις καλύτερες φυσικές πηγές μετάλλων. Είναι ένα εξαιρετικό βότανο για την αναιμία αφού η περιεχόμενη βιταμίνη C εξασφαλίζει την απορρόφηση του επίσης περιεχομένου σιδήρου. Αυξάνει την απέκκριση του ουρικού οξέος από τον οργανισμό, γεγονός που εξηγεί τη χρήση του βοτάνου κατά της ουρικής αρθρίτιδας. Λειτουργεί επίσης αποτελεσματικά για οτιδήποτε περιλαμβάνει υψηλά επίπεδα ισταμίνης π.χ εκζέματα με πολύ έντονη φαγούρα.

Μέχρι πρόσφατα, φαινόταν ότι πολυσακχαρίτες και οι λεκτίνες είναι τα πιθανότερα ενεργά συστατικά της τσουκνίδας. Εργαστηριακές μελέτες δείχνουν ότι τα φύλλα της διαθέτουν αντιφλεγμονώδη δράση. Αυτό θεωρείται ότι προκαλείται από την ιδιότητα της τσουκνίδας να εμποδίζει την παρουσία φλεγμονωδών ουσιών, των προσταγλανδινών. Η ρίζα της τσουκνίδας επηρεάζει τις ορμόνες και τις πρωτεϊνες που μεταφέρουν ορμόνες (τεστοστερόνη, οιστρογόνα) στο ανθρώπινο σώμα. Έτσι εξηγείται και η συμβολή της τσουκνίδας στη βελτίωση της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη.