Τα βρεφικά γάλατα παρασκευάζονται συνήθως από αγελαδινό γάλα, που υφίσταται τροποποίηση στα συστατικά του και εμπλουτίζεται έτσι, ώστε να προσομοιάζει στο μητρικό γάλα και να γίνεται ανεκτό από το πεπτικό σύστημα του μωρού. Το απλό αγελαδινό γάλα (που δεν έχει υποστεί ειδική κατεργασία ώστε να γίνει βρεφικό) δεν πρέπει να δίνεται στα μωρά κάτω του ενός έτους, γιατί δεν μπορεί να γίνει ανεκτό από το μωρό (προκαλεί γαστρεντερικά και νεφρικά προβλήματα, αλλεργικές αντιδράσεις και δεν περιέχει τα απαραίτητα για την ανάπτυξη θρεπτικά συστατικά).

Τα κύρια συστατικά με τα οποία εμπλουτίζεται το αγελαδινό γάλα περιλαμβάνουν:

α) αποβουτυρωμένο γάλα,

β) πρωτεΐνη ορού γάλακτος,

γ) φυτικά λιπαρά, υδατάνθρακες (κυρίως λακτόζη),

δ) βιταμίνες, μέταλλα και

ε) ιχνοστοιχεία.

Τελευταία, βλέπουμε τα βρεφικά γάλατα να εμπλουτίζονται και με άλλα χρήσιμα συστατικά, όπως νουκλεοτίδια, πρεβιοτικά και προβιοτικά στοιχεία. Για τα συστατικά αυτά πρέπει να γνωρίζετε τα εξής:

Πρωτεΐνη: Η κύρια πρωτεΐνη του αγελαδινού γάλατος είναι η καζεΐνη, ενώ το μητρικό γάλα περιέχει κυρίως πρωτεΐνη ορού γάλακτος. Γι’ αυτό και το αγελαδινό γάλα εμπλουτίζεται με πρωτεΐνη ορού, χωρίς όμως να καταφέρνει να έχει την ίδια τελική σύσταση σε αμινοξέα με το μητρικό γάλα.

Υδατάνθρακες: Στα περισσότερα γάλατα προστίθεται λακτόζη, που αποτελεί πολύ καλή πηγή ενέργειας για το μωρό.

Λιπαρά: Τα περισσότερα βρεφικά γάλατα που κυκλοφορούν στην αγορά έχουν εμπλουτιστεί με λιπαρά φυτικής προέλευσης, ώστε να προσφέρουν πολύτιμα ω-3 και ω-6 λιπαρά οξέα στα μωρά, απαραίτητα για την ανάπτυξη του εγκεφάλου και του αμφιβληστροειδούς χιτώνα των ματιών. Προσοχή: Μέχρι την ηλικία των 2 ετών συστήνεται να δίνετε στα μωρά φόρμουλες γάλακτος με γάλα πλήρες σε λιπαρά και όχι αποβουτυρωμένο (<0,5%) ή μερικώς αποβουτυρωμένο (1,5%-2%), τα οποία δεν προσφέρουν αρκετή ενέργεια και λιπαρά στο μωρό και δεν περιέχουν μεγάλη ποσότητα λιποδιαλυτών βιταμινών.

Βιταμίνες και μέταλλα: Το βασικό μέταλλο με το οποίο εμπλουτίζονται τα βρεφικά γάλατα είναι ο σίδηρος, καθώς η έλλειψή του έχει συσχετιστεί με μειωμένη γνωστική και σωματική ανάπτυξη. Επιπλέον, τα γάλατα μπορεί να έχουν εμπλουτιστεί με μέταλλα, όπως το μαγνήσιο, ο ψευδάργυρος, το κάλιο, το ιώδιο, το ασβέστιο, ο φώσφορος, το μαγγάνιο, και οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β, Α, C, E, D.

Πρε- και προ- βιοτικά: Τα προβιοτικά είναι φιλικά προς τον ανθρώπινο οργανισμό βακτήρια (bifidobacteria και lactobacilli), που πιστεύεται ότι βοηθούν στην ομαλή ανάπτυξη και λειτουργία του γαστρεντερικού συστήματος τους βρέφους και προστατεύουν από την ανάπτυξη επιβλαβών βακτηρίων στο έντερο, ενώ τα πρεβιοτικά είναι θρεπτικά συστατικά (συνήθως γαλακτο- και φρουκτο- ολιγοσακχαρίτες), με τα οποία τρέφονται τα «καλά» αυτά βακτήρια (τα προβιοτικά).

Νουκλεοτίδια: Είναι δομικά συστατικά του DNA και του RNA, καθώς και του μορίου του ATP, που είναι απαραίτητο στις μεταβολικές διεργασίες του οργανισμού. Περιέχονται και στο μητρικό γάλα και πιστεύεται ότι με την προσθήκη τους στα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος ενισχύουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και την ανάπτυξη του γαστρεντερικού σωλήνα.

Τέλος, στο εμπόριο κυκλοφορούν γάλατα για διάφορες κατηγορίες βρεφών, με ειδικές διατροφικές ανάγκες, όπως:

  • Γάλα με πρωτεΐνη σόγιας, για τα μωρά που δεν ανέχονται το αγελαδινό γάλα. Το γάλα αυτό περιέχει πρωτεΐνη σόγιας απομονωμένη από τη στερεή σόγια, φυτικά λιπαρά ως πηγή λίπους, πρόσθετους υδατάνθρακες, βιταμίνες και μέταλλα.
  • Γάλα υποαλλεργικό, για μωρά που δεν ανέχονται το αγελαδινό ή το γάλα σόγιας. Αυτό περιέχει μερικώς ή πλήρως υδρολυμένη πρωτεΐνη ή ελεύθερα αμινοξέα.
  • Γάλα ελεύθερο λακτόζης, για μωρά που έχουν δυσανεξία στη λακτόζη. Αυτό μπορεί να συμβεί κυρίως σε πρόωρα βρέφη και σπανιότερα σε τελειόμηνα.
  • Ειδικά γάλατα για πρόωρα βρέφη, για βρέφη με χαμηλό σωματικό βάρος κατά τη γέννηση, για μεταβολικά προβλήματα, δυσκοιλιότητα και διάρροιες.