Δουλεύοντας συµβουλευτικά µε γονείς, παρατηρώ τα τελευταία χρόνια µια αύξηση του φαινοµένου που είναι γνωστό, ως «bulling» ή «νταηλίκι» (κατά την ελληνική απόδοση του όρου) στο χώρο του σχολείου. Πρόκειται για μια σκόπιμη, επαναλαμβανόμενη, αρνητική πράξη, η οποία ασκείται από ένα ισχυρότερο ά-τομο – ή ομάδα ισχυρότερων ατόμων – σε κάποιο πιο αδύναμο. Όλο και περισσότεροι γονείς παιδιών, που χαρακτηρίζονται είτε ως «θύµατα», είτε ως «θύτες», καταθέτουν τον προβληµατισµό τους και την έντονη ανησυχία τους για τις ώρες που περνούν τα παιδιά τους στο σχολείο.

Η επιθετικότητα στο χώρο του σχολείου είναι µια πραγµατικότητα. Μια πραγµατικότητα που µπορεί κάποιες φορές να υποπέσει στην αντίληψη δασκάλων ή γονέων, αλλά µπορεί και όχι – πράγµα σύνηθες- εφό-σον τα περισσότερα θύµατα αρνούνται να παραδεχτούν ότι υφίστανται βία, είτε από φόβο, για να μην προκαλέσουν δηλαδή την οργή των «εκφοβιστών», είτε από ντροπή (µια συµπεριφορά που συνήθως απα-ντάται στα θύµατα, γενικώς, οποιασδήποτε µορφής παρενόχλησης), αλλά και για να μη χαρακτηριστούν «καρφιά», επιτείνοντας με τον τρόπο αυτό την περιθωριοποίησή τους.

Το «θύμα»

Τις περισσότερες φορές το νταηλίκι δεν συµβαίνει µεταξύ φίλων, αλλά πάντα η ειδοποιός διαφορά από ένα επιθετικό παιχνίδι είναι η σχέση του «νταή» µε το θύµα του. Τα παιδιά τα οποία γίνονται θύµατα, είναι συνήθως παιδιά που είναι διαφορετικά σε κάποιο χαρακτηριστικό σηµείο, παιδιά που υστερούν συναισθη-ματικά, ηλικιακά, σωματικά, νοητικά, όπως τα πιο ντροπαλά, µε κάποια σωµατική ιδιαιτερότητα, µε γλωσ-σικό ιδίωµα, παιδιά διαφορετικής εθνικότητας ή και εκείνα που υπερτερούν σε δεξιότητες ή επιδόσεις, όπως παιδιά με υψηλό δείκτη νοημοσύνης.

Ο «θύτης»

Από την άλλη πλευρά ο νταής έχει παρατηρηθεί ότι είναι, συνήθως, µεγαλόσωµος, επιθετικός, µε µεγαλύτερη σωµατική δύναµη, την οποία νιώθει την ανάγκη να επιδεικνύει. Έχει επίσης παρατηρηθεί ότι τα παιδιά «θύτες» μειονεκτούν τις περισσότερες φορές σε ακαδημαικές επιδόσεις και έχουν χαμηλή αυτοεκτί-μηση. Ασκώντας επομένως βία, νιώθουν ότι αναπληρώνουν το κενό, ότι υπερέχουν σε κάτι. Βεβαίως, η βίαιη συµπεριφορά των νταήδων δεν εκφράζεται µόνο µέσω σωµατικής παρενόχλησης του θύµατος, αλλά και µέσω ψυχολογικής, µε στόχο την εξαθλίωση του τελευταίου. Κάποιες από αυτές τις επιθετικές συµπεριφορές µπορεί να είναι: ειρωνείες, κοροϊδία, βρισιές, απειλές, αποµάκρυνση από την οµάδα, κλέψιµο, καταστροφή προσωπικών αντικειμένων, εκφοβισµός, σπρωξίματα, χτυπήµατα, σεξουαλική παρενόχληση, διάδοση αβάσιμων κουτσομπολιών ή ακόμα και βία με ηλεκτρονικά μέσα, όπως το διαδίκτυο.

Μιλάµε λοιπόν για παιδιά που γεννήθηκαν κακά ή καλά; Όχι, βέβαια. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι λεγόµενοι «νταήδες» είναι παιδιά, τα οποία έχουν υποστεί και τα ίδια βίαιη συµπεριφορά από το οικογε-νειακό τους περιβάλλον. Κατ΄ επέκταση, είναι παιδιά που έχουν µάθει να επικοινωνούν µε τη βία, που έχουν βιώσει βία. Στην ουσία, είναι παιδιά που δεν έχουν «ακουστεί», που δεν έχουν εισπράξει αποδοχή. Η επιθε-τικότητα αυτή στρέφεται εσωτερικά ή προς τους άλλους, επινοώντας µια δικαιολογία για την άσκηση βίας, ακόµα κι όταν αυτή δεν υπάρχει.

Οι επιπτώσεις του «Bulling»

Οι επιπτώσεις της άσκησης ενδοσχολικής βίας είναι πολλές φορές ιδιαιτέρως επώδυνες για τα παιδιά, είτε βρίσκονται στην πλευρά του «θύματος», είτε βρίσκονται στην πλευρά του «θύτη». Μπορεί να προκα-λέσουν μαθησιακές δυσκολίες, φοβίες, ανασφάλειες, διαταραχές ύπνου, άγχος, κατάθλιψη, πονοκεφάλους και έντονη άρνηση για το σχολείο.

Όσο για τους «θύτες», οι δυσκολίες είναι εξίσου μεγάλες. Συχνά, υποφέρουν από ενοχές, άγχος, νιώθουν κυνηγημένοι, και το πιο σημαντικό, κινδυνεύουν να εξελιχθούν σε ενήλικες με παραβατική συμπεριφορά.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς

Καταρχάς, αυτό που µπορεί να κάνει ένας γονιός ενός παιδιού-θύµατος είναι να βρίσκεται σε «εγρή-γορση» και να µην αψηφά επαναλαµβανόµενα γεγονότα, όπως σκισµένα ρούχα του παιδιού, σωµατικές κα-κώσεις, απώλεια χρηµάτων ή αντικειµένων, απροθυµία να πάει σχολείο (προφασιζόµενο διάφορες δικαιο-λογίες), νυχτερινή ενούρηση, αύξηση ή µείωση του φαγητού, απροθυµία να συµµετάσχει σε εξωσχολικές δραστηριότητες, εκρήξεις θυµού, τάσεις αποµόνωσης. Ο γονιός θα πρέπει να είναι σε θέση να διακρίνει παρόµοιες συµπεριφορές και να τις αξιολογεί, ανάλογα µε τη συχνότητα και την έντασή τους.

Σε µια δεύτερη φάση, ένας ανοιχτός διάλογος µε το παιδί είναι πάντα απαραίτητος, όταν γίνεται µε τρόπο βοηθητικό για το ίδιο. Ποιος είναι αυτός ο τρόπος; Σίγουρα όχι αυτός της ανάκρισης και της απόδοσης ευ-θυνών. Αντιθέτως, ζητάµε από το παιδί να µας µιλήσει για το πώς νιώθει, ενθαρρύνοντάς το και όχι κριτι-κάροντάς το.

Αν διαφωνούµε µε τον τρόπο που χειρίστηκε την κατάσταση, απλώς του δίνουµε και τη δική µας εναλ-λακτική, λέγοντάς του τι θα κάναµε, αν ήµασταν εµείς στη θέση του. Το παν είναι να δείξουµε στο παιδί ότι το εµπιστευόµαστε, ότι ειλικρινά πιστεύουµε στις δυνατότητές του, ότι το αγαπάµε και ότι θα το αγαπάµε ό,τι κι αν συµβεί. Συνεργαζόµαστε µαζί του, για να βρούµε µια λύση στο πρόβληµα, δεν δρούµε από µόνοι µας. Ακόµα κι αν χρειαστεί να έρθουµε σε επικοινωνία µε τους δασκάλους, θα πρέπει το παιδί να είναι ενήµερο. Με άλλα λόγια, το σηµαντικότερο είναι να µας νιώσει το παιδί ως συµµάχους του και όχι ως έναν ακόµη αντίπαλο. Τιµώντας αυτό που είναι, θα συµβάλλουµε σηµαντικά στην αύξηση της αυτοπεποίθησής του.

Η βάση όλων των παραπάνω είναι η επικοινωνία µε το παιδί. Είτε αυτό έχει υπάρξει θύτης, είτε θύµα, η δική του πραγµατικότητα είναι επίπονη και ζητά διάλογο και αποδοχή!

Πηγή: ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΟΥΡΗ
Ψυχολόγου MSc-Σύµβουλου Ψυχικής Υγείας