Το ιγμόρειο είναι μία κοιλότητα, η οποία βρίσκεται μέσα στο ζυγωματικό οστό. Εξωτερικά αντιστοιχεί στο μάγουλο, κάτω από το μάτι. Ανήκει στις παραρρίνιες κοιλότητες (ιγμόρεια, ηθμοειδείς κυψέλες, μετωπιαίοι κόλποι) οι οποίες βρίσκονται μέσα στα οστά γύρω από τη μύτη, με την οποία και επικοινωνούν και από την οποία αερίζονται. Φυσιολογικά μέσα στα ιγμόρεια παράγεται βλέννα (μύξα), η οποία προωθείται προς το εσωτερικό της μύτης μέσω του πόρου (σωληνάκι), που συνδέει το ιγμόρειο με το εσωτερικό της ρινικής κοιλότητας. Αν για κάποιο λόγο παρεμποδιστεί η ομαλή ροή της βλέννας από το ιγμόρειο, τότε η μύξα μαζεύεται μέσα σε αυτό και στη συνέχεια μολύνεται από μικρόβια, όπως βρωμίζουν τα στάσιμα νερά.

sinuses

Οι δύο συχνότεροι παράγοντες, που προδιαθέτουν στη δημιουργία ιγμορίτιδας στα παιδιά, είναι οι λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού και η αλλεργική ρινίτιδα. Στην πρώτη περίπτωση συνήθως πρόκειται για ιώσεις του ανώτερου αναπνευστικού με συνάχι, φταρνίσματα, πιθανώς πονόλαιμο και πυρετό. Υπολογίζεται ότι η συμμετοχή των παιδιών στους παιδικούς σταθμούς τριπλασιάζει τον κίνδυνο για συχνές λοιμώξεις. Στις περισσότερες περιπτώσεις το απλό κρυολόγημα διαρκεί περίπου μία εβδομάδα. Αν όμως τα συμπτώματα επιμένουν πάνω από 10 ημέρες, τότε θα πρέπει να υποψιαστούμε την ανάπτυξη ιγμορίτιδας. Το συνάχι γίνεται παχύρρευστο και κιτρινοπράσινο. Το παιδί αρχίζει να βήχει και η ομιλία του να αποκτά τη χροιά του χρόνιου μπουκώματος στη μύτη. Δυνατόν να πονάει το κεφάλι ή και τα δόντια. Εκεί που φαινόταν το παιδί να ξεπερνά το αρχικό κρυολόγημα, τώρα φαίνεται να αρρωσταίνει χειρότερα. Η κατάσταση συνήθως παρατείνεται πέρα από δύο εβδομάδες. Στην περίπτωση της αλλεργικής ρινίτιδας, το αλλεργικό συνάχι και το μπούκωμα της μύτης προκαλούν απόφραξη της επικοινωνίας του ιγμορείου με τη μύτη και ξεκινούν το φαύλο κύκλο της συλλογής και μόλυνσης της μύξας και τελικά τη σειρά των συμπτωμάτων, όπως προαναφέρθηκαν.

Σε παιδιά με άσθμα η ιγμορίτιδα επιβαρύνει την κατάσταση διότι το πύον τρέχει πίσω από τη μύτη και επιβαρύνει τη λειτουργία των πνευμόνων. Η θεραπεία της ιγμορίτιδας σε αυτά τα παιδιά βελτιώνει σημαντικά και τα προβλήματα από το κατώτερο αναπνευστικό. Τα συνηθέστερα μικρόβια στην οξεία ιγμορίτιδα είναι ο στρεπτόκοκκος, ο αιμόφιλος και η μοραξέλλα. Σε χρόνιες καταστάσεις τα μικρόβια διαφοροποιούνται και μπορεί να παρατηρείται ψευδομονάδα, σταφυλόκοκκος κ.α.

Η διάγνωση τίθεται κυρίως κλινικά. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διενεργείται ρινοσκόπηση. Κατά τη ρινοσκόπηση με τη βοήθεια του ρινοσκοπίου διανοίγεται το ρουθούνι και με φωτισμό εξετάζουμε το εσωτερικό της μύτης. Ιδιαίτερα παρατηρούμε την περιοχή, που το ιγμόρειο επικοινωνεί με το εσωτερικό της μύτης και στην οποία συχνά βρίσκουμε πύον. Με υπομονή και καλή συνεργασία μπορούμε να προχωρήσουμε και σε ενδοσκόπηση. Εισάγουμε στη μύτη μία λεπτή κάμερα μέσω της οποίας βλέπουμε σε μεγέθυνση και από πολύ κοντά την πάσχουσα περιοχή. Η εικόνα προβάλλεται συνήθως στην τηλεόραση. Ακτινολογικός έλεγχος σπάνια χρειάζεται στην παιδική ηλικία και συνήθως σε χρόνιες και επιμένουσες καταστάσεις για τη διερεύνηση κατασκευαστικών προβλημάτων. Ανοσολογικός έλεγχος γίνεται από τον παιδίατρο, κυρίως σε παιδιά με υποψία προβλημάτων από την άμυνα του οργανισμού. Η θεραπεία συνίσταται στη χορήγηση της κατάλληλης αντιβίωσης και στην τοπική υγιεινή της μύτης. Η αντιβίωση θα πρέπει να χορηγείται για τουλάχιστον 10-14 ημέρες. Η τοπική υγιεινή βασίζεται σε τακτικές ρινοπλύσεις, οι οποίες βέβαια δεν είναι και πολύ ευχάριστες για τα παιδιά, ωστόσο είναι απαραίτητες γιατί ξεπλένουν το πύο και τις εκκρίσεις και βοηθούν στην αποκατάσταση του μηχανισμού κινητοποίησης της βλέννας. Ο θεράπων ιατρός θα συστήσει το κατάλληλο σκεύασμα για τις πλύσεις, καθώς και τον τρόπο εκτέλεσης τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται και τοπικά κορτιζονούχα σπρέι και ίσως για λίγες ημέρες τοπικά αποσυμφορητικά.

Πηγή: paido-orl